Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Η ηθική των ορίων της κατώτερης μεσαίας τάξης και η συζήτηση περί αμβλώσεων.



Η ηθική των ορίων της κατώτερης μεσαίας τάξης και η συζήτηση περί αμβλώσεων[1]

Μετάφραση: Παναγιώτης Καρλαγάνης
 
Η κουλτούρα της κατώτερης μεσαίας τάξης, τώρα όπως και στο παρελθόν, είναι οργανωμένη γύρω από την οικογένεια, την εκκλησία και τη γειτονιά. Προσδίδει μεγαλύτερη αξία στη συνοχή της κοινότητας από την ατομική πρόοδο και στην αλληλεγγύη από την κοινωνική κινητικότητα. Τα επικρατούντα ιδανικά της επιτυχίας παίζουν λιγότερο σημαντικό ρόλο στη ζωή της κατώτερης μεσαίας τάξης από τη διατήρηση των υφιστάμενων συνηθειών της. Οι γονείς θέλουν τα παιδιά τους να πάνε μπροστά, αλλά θέλουν επίσης να σέβονται τους μεγαλύτερούς τους, να αντιστέκονται στον πειρασμό να ψεύδονται και να εξαπατούν, να επωμίζονται στους ώμους τους με προθυμία τις ευθύνες που τους αναλογούν και να αντιμετωπίζουν τις αντιξοότητες με σθένος. Ασχολούνται περισσότερο με την τιμή από ότι με την κοσμική φιλοδοξία, σαν γονείς έχουν λιγότερο ενδιαφέρον για το μέλλον σε σχέση με την ανώτερη μεσαία τάξη που προσπαθεί να εξοπλίσει τα παιδιά της με τα προσόντα που απαιτούνται για την επιτυχία στον ανταγωνισμό. Δεν προσυπογράφουν την άποψη ότι οι γονείς οφείλουν να παρέχουν στα παιδιά κάθε πιθανό πλεονέκτημα. Η επιθυμία «να διατηρήσουν τον τρόπο ζωής τους», όπως o E. E. LeMasters  γράφει σε μια μελέτη για τους εργαζομένους στις κατασκευές, υπερισχύει της επιθυμίας να αναρριχηθούν κοινωνικά. «Αν ο γιος μου θέλει να φορά μια καταραμένη γραβάτα σε όλη του τη ζωή και να κάνει τεμενάδες σε ένα αφεντικό, είναι το δικαίωμά του, αλλά μα τω θεώ θα πρέπει επίσης να έχει το δικαίωμα να κερδίζει τίμια το ψωμί  του με τα χέρια του αν αυτό θέλει.»

Σε ιστορικές μελέτες της Μασαχουσέτης του δέκατου ένατου αιώνα, ο Stephan Thernstrom διαπίστωσε ότι ούτε οι Ιρλανδοί ούτε οι Ιταλοί πίστευαν ότι η σχολική εκπαίδευση είναι κατά κύριο λόγο το μέσο για να αναρριχηθούν τα παιδιά τους σε μια υψηλότερη κοινωνική τάξη και να εγκαταλείψουν τις παλιές γειτονιές τους. Στο Newburyport, οι ιρλανδοί γονείς πολλές φορές θυσίαζαν τα παιδιά τους για το πάθος τους για ιδιοκατοίκηση, αναγκάζοντάς τα να εισέρθουν στη αγορά εργασίας αντί να τα στείλουν στο σχολείο. Παράλογη για τα πρότυπα της ανώτερης μεσαίας τάξης, η επιλογή αυτή είχε νόημα για τους ανθρώπους που ήταν προσηλωμένοι στη διατήρηση της συνοχής των κοινοτήτων τους και στη διασφάλιση της συνέχισης του τρόπου ζωής τους στην επομένη γενιά. Οι κοινωνικοί λειτουργοί και οι εκπαιδευτικοί, εντούτοις, καταδίκασαν τη παιδική εργασία και επιδίωξαν να δημιουργήσουν ένα σύστημα καθολικής εκπαίδευσης, το οποίο θα καθιστούσε δυνατό για τα παιδιά να ξεπεράσουν τους γονείς τους, να σπάσουν τους παλαιούς δεσμούς και να χαράξουν το δικό τους δρόμο σε έναν ευρύτερο κόσμο περά από τα εθνοτικά γκέτο. Κατά τον ίδιο τρόπο, οι μεταρρυθμιστές των δημόσιων υπηρεσιών προσπάθησαν να αντικαταστήσουν τη φυλετική πολιτική του ιρλανδικού-αμερικάνικου μηχανισμού[2] με ένα σύστημα πιο σύμφωνο με τις αρχές της αξιοκρατίας και της διοικητικής αποτελεσματικότητας.

Οι κοινωνιολόγοι παρατήρησαν, συνήθως με έναν υπαινιγμό αποδοκιμασίας, ότι οι εργαζόμενοι φαίνονταν να μην έχουν καμία φιλοδοξία. Σύμφωνα με τον Lloyd Warner, ο οποίος μελέτησε το Newburyport τη δεκαετία του τριάντα, οι νοικοκυρές της εργατικής τάξης έδιναν τον κυρίαρχο τόνο του πολιτισμικού συντηρητισμού. Ενέμεναν σε έναν «άκαμπτο» και «παραδοσιακό» κώδικα ηθικής και σπάνια τολμούσαν να «επιχειρήσουν κάτι καινούργιο.» Δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για μεγάλης κλίμακας στόχους. «Οι ελπίδες τους είναι βασικά κεντροθετημένες γύρω από τη συνέχιση [και] λαμβάνουν τη μορφή της αντίθεσης με τη διαταραχή της τρέχουσας ρουτίνας τους — θέλουν να συνεχίσουν όπως είναι αλλά ταυτόχρονα να βελτιώσουν τις συνθήκες και να κερδίσουν περισσότερη ελευθερία.»

Ο Anthony Lukas, ένας δημοσιογράφος, έθιξε το ίδιο θέμα στον απολογισμό του για τις σχολικές συγκρούσεις στη Βοστώνη στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα. Ο Lukas αντιπαρέβαλε την «ηθική αρχή της επιβίωσης με δυσκολίες του Charlestown» με την «αμερικανική επιτακτική ανέλιξη.» Οι άνθρωποι στο Charlestown, που εγκαταλείφθηκαν από τους πιο φιλόδοξους γείτονες τους εξαιτίας της μετανάστευσης αυτών στα προάστια, είχαν απαρνηθεί «την ευκαιρία, την πρόοδο, την περιπέτεια» με αντάλλαγμα «την σιγουριά της κοινότητας, την αλληλεγγύη, και τη συναδελφικότητα.»[3]

Οι συγκρουόμενες αντιλήψεις για το μέλλον, πολύ περισσότερο από τον αφηρημένο προβληματισμό για την αθανασία της ψυχής του εμβρύου, ήταν αυτές που κρύβονταν πίσω από τη διαμάχη για τις αμβλώσεις που προκλήθηκε με την απόφαση το 1973 του ανώτατου δικαστηρίου στην υπόθεση Roe εναντίον Wade. Κανένα άλλο θέμα δεν αποκάλυψε σαφέστερα το χάσμα μεταξύ των αξιών της μεσαίας τάξης και εκείνων της μορφωμένης ελίτ. «Νομίζω ότι είναι ανόητο οι άνθρωποι να ανησυχούν για τα πράγματα στο μέλλον» δήλωσε ένας ακτιβιστής κατά των αμβλώσεων. «Το μέλλον φροντίζει τον εαυτό του.» Μια άλλη γυναίκα που δραστηριοποιείται στο κίνημα κατά των αμβλώσεων είπε: «Δεν μπορείς να προγραμματίζεις τα πάντα στη ζωή.» Ωστόσο για τις δυνάμεις υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση η «ποιότητα ζωής» εξαρτάται από τον οικογενειακό προγραμματισμό και άλλες μορφές ορθολογικού σχεδιασμού του μέλλοντος. Κατά την άποψή τους, θα ήταν ανεύθυνο να φέρνεις παιδιά στον κόσμο, όταν δεν μπορείς να τους παράσχεις το πλήρες φάσμα των υλικών και πολιτισμικών προτερημάτων που είναι απαραίτητα για την επιτυχία στον ανταγωνισμό. Θα ήταν άδικο να φορτώσουμε τα παιδιά στον αγώνα για την επιτυχία με βάρη: εκ γενετής μειονεκτήματα, φτώχεια ή έλλειψη της αγάπης των γονέων. Ένας ακτιβιστής υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση υποστήριξε ότι «η ανατροφή ενός παιδιού είναι μια σύμβαση για είκοσι τουλάχιστον χρόνια,… οπότε αν δεν είναι η ζωή σου σε μια φάση, όπου μπορείς να [αναλάβεις] τη δέσμευση για την ανατροφή ενός παιδιού, θα πρέπει να έχεις τη δυνατότητα να μην το κάνεις εκείνη τη στιγμή.» Η εφηβική εγκυμοσύνη ήταν δυσάρεστη για τους υποστηρικτές της νομιμοποίησης των αμβλώσεων όχι επειδή αντιτάσσονταν στο προγαμιαίο σεξ αλλά γιατί οι έφηβοι, κατά την άποψή τους, δεν είχαν κανένα μέσο για να παρέχουν στους απογόνους τους τα πλεονεκτήματα που δικαιούνταν.

Για τους αντιπάλους των αμβλώσεων, όμως, αυτή η έγνοια για την «ποιότητα ζωής» έμοιαζε με μια έννοια με σκοπό να υποταχθούν τα ηθικά και συναισθηματικά στοιχεία στα οικονομικά συμφέροντα. Πίστευαν ότι τα παιδιά χρειάζονταν ηθική καθοδήγηση περισσότερo από όσο χρειάζονταν οικονομικά πλεονεκτήματα. Η μητρότητα ήταν ένα «τεράστιο έργο», στα μάτια τους, όχι επειδή συνεπάγονταν έναν μεγάλου βεληνεκούς οικονομικό σχεδιασμό, αλλά επειδή «είσαι υπεύθυνος, όσο φυσικά μπορείς να είσαι, για την εκπαίδευση τους και τη διδασκαλία… οτιδήποτε πιστεύεις ότι είναι σωστό — ηθικές αξίες, ευθύνες και δικαιώματα.» Οι γυναίκες που αντιτίθονταν στην άμβλωση πίστευαν ότι οι αντίπαλοι τους θεωρούσαν την οικονομική ασφάλεια, ως απαραίτητη προϋπόθεση της μητρότητας. Μια γυναίκα από αυτές απέρριψε «τα στοιχεία αυτά ότι χρειάζονται 65.000 δολάρια από τη γέννησή του» για να μεγαλώσει ένα παιδί ως «γελοία». «Αυτά σημαίνουν ένα καινούργιο ποδήλατο κάθε χρόνο. Σημαίνουν ιδιωτικά κολέγια. Σημαίνουν εντελώς καινούργια ρούχα, όταν ανοίγουν τα σχολεία .... Τα στοιχεία αυτά είναι φουσκωμένα με σκοπό να δώσουν στα παιδιά τα πάντα και νομίζω ότι αυτό δεν είναι καλό για εκείνα.»

Η συζήτηση σχετικά με τις αμβλώσεις απεικονίζει τη διαφορά μεταξύ της πεφωτισμένης ηθικής της επίτευξης του ανταγωνισμού και της ηθικής των ορίων των μικροαστών ή της εργατικής τάξης. «Οι αξίες και οι πεποιθήσεις των [ανθρώπων]  υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση είναι διαμετρικά αντίθετες με εκείνες των ανθρώπων που αντιτίθενται», γράφει η Kristin Luker στη μελέτη της για την πολιτική των αμβλώσεων στην Καλιφόρνια. Οι ακτιβιστές κατά των αμβλώσεων αγανάκτησαν με τη φεμινιστική υποτίμηση των δουλειών του σπιτιού και της μητρότητας. Συμφωνούσαν ότι οι γυναίκες πρέπει να λαμβάνουν ίση αμοιβή για ίση εργασία στην αγορά, αλλά δεν συμφωνούσαν ότι η απλήρωτη εργασία στο σπίτι ήταν ταπεινωτική και καταπιεστική. Αυτό που έβρισκαν «ενοχλητικό [στην] νοοτροπία συνολικά περί αμβλώσεων» όπως το έθεσε ένας από αυτούς, «είναι η ιδέα ότι τα οικογενειακά καθήκοντα — της ανατροφή των παιδιών, της διαχείρισης του νοικοκυριού, της αγάπης και της φροντίδας για έναν σύζυγο — είναι κατά κάποιο τρόπο ταπεινωτικά για τις γυναίκες». Το πρόσχημα που θέτονταν ότι «δεν υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ ανδρών και γυναικών» δεν μπορούσε να πείσει. Πίστευαν ότι οι άνδρες και οι γυναίκες «δημιουργήθηκαν διαφορετικοί και... ήταν γραφτό να αλληλοσυμπληρώνονται.» Οι φεμινίστριες της ανώτερης μεσαίας τάξης, από την άλλη πλευρά, είδαν την πίστη στις βιολογικά καθορισμένες διαφορές των φύλων ως την ιδεολογική βάση της καταπίεσης των γυναικών.

Η αντίθεσή τους σε μια βιολογική οπτική της ανθρώπινης φύσης υπερέβη τον ισχυρισμό ότι χρησίμευσε για να στερήσει στις γυναίκες τα δικαιώματά τους. Η επιμονή τους ότι οι γυναίκες πρέπει να αναλάβουν τον «έλεγχο πάνω στο σώμα τους» μαρτυρά μια δυσαρέσκεια με βιολογικούς περιορισμούς κάθε είδους, μαζί και την πεποίθηση ότι η σύγχρονη τεχνολογία είχε ελευθερώσει την ανθρωπότητα από αυτούς τους περιορισμούς  καθιστώντας δυνατό για πρώτη φορά να δημιουργηθεί μια καλύτερη ζωή για το ανθρώπινο γένος συνολικά. Οι άνθρωποι υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση καλωσόρισαν τις ιατρικές τεχνολογίες που κατέστησαν εφικτό να ανιχνευθούν γενετικές ανωμαλίες κατά την κύηση και δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί κάποιος θα επιθυμούσε εν γνώσει του να φέρει ένα «προβληματικό» ή και «ανεπιθύμητο» παιδί στον κόσμο. Στα μάτια τους, η απροθυμία να δώσεις σε αυτά τα παιδιά το «δικαίωμα να μην γεννηθούν» θα μπορούσε από μόνη της να θεωρηθεί ως ένδειξη ακαταλληλότητας να γίνεις γονιός. «Νομίζω ότι αν υπήρχε τρόπος», ένας από αυτούς είπε στη Luker, «θα συνηγορούσα υπέρ της ανάγκης χορήγησης άδειας για να προχωρήσεις σε εγκυμοσύνη.»

Για τους ανθρώπους κατά των αμβλώσεων, αυτός ο τρόπος σκέψης οδηγούσε λογικά στην πλήρη εφαρμογή της γενετικής μηχανικής, στην αλαζονική αξίωση της δύναμης του ανθρώπου να κρίνει με συνοπτικές διαδικασίες την «ποιότητα ζωής» και στην προθυμία να απορρίπτονται όχι μόνο τα «προβληματικά» έμβρυα αλλά ολόκληρες κατηγορίες προβληματικών ή περιττών ατόμων ως ανάξια να υπάρχουν[4]. Μια ακτιβίστρια κατά των αμβλώσεων της οποίας η νεογέννητη κόρη πέθανε από μια ασθένεια των πνευμόνων αντιτάχθηκε στην ιδέα ότι  «η ζωή του μωρού της, στα μάτια πολλών ανθρώπων, δεν είχε και πολύ νόημα…. Έζησε μόνο είκοσι επτά ημέρες, που δεν είναι πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά είτε ζούμε ενενήντα εννέα χρόνια είτε δύο ώρες είτε είκοσι επτά ημέρες, ο άνθρωπος παραμένει άνθρωπος και ό,τι αυτό συνεπάγεται, πραγματικά δεν καταλαβαίνουμε τη διαφορά.»

Ίσως να ήταν ο ισχυρισμός ότι «πραγματικά δεν καταλαβαίνουμε τη διαφορά» στο τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος που δίχαζε περισσότερο τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές σχετικά με το ζήτημα της άμβλωσης. Για τους φιλελεύθερους, μια τέτοια παραδοχή ισοδυναμούσε με προδοσία όχι μόνο των δικαιωμάτων των γυναικών αλλά ολόκληρου του σύγχρονου οικοδομήματος: της κάλυψης της αναγκαιότητας και της αντικατάστασης της τυφλής λειτουργίας της φύσης από την ανθρώπινη επιλογή. Μια τυφλή πίστη στην ικανότητα της ορθολογικής νοημοσύνης να λύνει τα μυστήρια της ανθρώπινης ύπαρξης και τελικά το μυστικό της ίδιας της δημιουργίας, συνδέεται με τις φαινομενικά αντιφατικές θέσεις που υιοθετούνται από τους φιλελεύθερους — ότι η άμβλωση είναι μια «ηθική ιδιωτική απόφαση» και το σεξ μια συναλλαγή μεταξύ «συναινούντων ενηλίκων» αλλά ότι το κράτος θα μπορούσε κάλλιστα να διατηρεί το δικαίωμα να χορηγεί άδειες εγκυμοσύνης ή ακόμα και να αρχίσει εκτεταμένα προγράμματα ευγονικής. Η δύσκολη συνύπαρξη του ηθικού ατομικισμού και του ιατρικού κολεκτιβισμού αυξήθηκε από τον διαχωρισμό του σεξ και της τεκνοποίησης, ο οποίος έκανε το σεξ ένα θέμα ιδιωτικής επιλογής ενώ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο η τεκνοποίηση και η ανατροφή των παιδιών να υπόκεινται σε αυστηρό δημόσιο έλεγχο. Η αντίρρηση ότι το σεξ και η τεκνοποίηση δεν μπορούν να διαχωριστούν χωρίς να παραβλέπεται το μυστήριο που περιβάλλει και τα δύο φαίνονταν στους φιλελεύθερους σαν το χειρότερο είδος θεολογικού σκοταδισμού. Για τους αντιπάλους της άμβλωσης, από την άλλη πλευρά, «ο Θεός είναι ο δημιουργός της ζωής και… η σεξουαλική δραστηριότητα πρέπει να είναι σε συμφωνία…. Η αντισυλληπτική νοοτροπία αρνείται τη θέλησή Του. ‘Είναι η θέλησή μου, όχι η θέλησή σου. ’»

Αν η συζήτηση για την άμβλωση αυτοπεριορίζεται μόνο στο ζήτημα τού πότε ένα έμβρυο λογίζεται ως πρόσωπο, θα ήταν δύσκολο να κατανοήσουμε γιατί προκαλεί τέτοια έντονα συναισθήματα ή γιατί έχει γίνει αντικείμενο πολιτικής προσοχής φαινομενικά δυσανάλογα με την εγγενή σημασία του. Αλλά η άμβλωση δεν είναι απλώς ένα ιατρικό ή ένα γυναικείο θέμα που έχει γίνει το επίκεντρο μιας ευρύτερης διαμάχης για τον φεμινισμό. Είναι πρώτα απ’ όλα ένα ταξικό ζήτημα. Η μελέτη της Kristin Luker στους ακτιβιστές και των δύο πλευρών του ζητήματος δεν αφήνει καμία αμφιβολία για αυτό. Οι γυναίκες της έρευνας υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση ήταν καλύτερης μόρφωσης και έβγαζαν περισσότερα χρήματα από τις ομολόγους τους στο κίνημα κατά των αμβλώσεων. Εργάζονταν σε διευθυντικές θέσεις και στον επιχειρηματικό τομέα. Πολλές ήταν άγαμες, πολλές ήταν διαζευγμένες και οι παντρεμένες ανάμεσά τους είχαν μικρές οικογένειες. Περισσότερο από το εξήντα τοις εκατό των γυναικών υπέρ του δικαιώματος στην άμβλωση του δείγματος της Luker δήλωσαν ότι δεν ακολουθούν καμία θρησκεία, ενώ οι περισσότερες από τις υπόλοιπες περιγράφουν τους εαυτούς τους αόριστα ως προτεστάντες. Οι ακτιβίστριες κατά των αμβλώσεων, από την άλλη πλευρά, ήταν νοικοκυρές με πολυμελείς οικογένειες. Ογδόντα τοις εκατό από αυτές πίστευαν στον καθολικισμό. Αυτές οι διαφορές οριοθετούν τις αντιθέσεις μεταξύ δυο κοινωνικών τάξεων, η κάθε μία έχει τη δική της οπτική για τον κόσμο — η μία πρόθυμη να επιστρατεύσει τα πρόσφατα αποκτήματά της και να ολοκληρώσει τη σύγχρονη επανάσταση των αυξανόμενων προσδοκιών, η άλλη αφοσιωμένη σε μια έσχατη υπεράσπιση του «Ξεχασμένου Αμερικανού.»



[1] Από το «Ο Μόνος και Αληθινός Παράδεισος: Η πρόοδος και οι επικριτές της» σελ. 487 - 492
[2] ΣτΜ: Μετά τη μεγάλη μετανάστευση των Ιρλανδών στις ΗΠΑ υπήρχε η τάση σε κάποιες δημοσιές υπηρεσίες (π.χ. Πυροσβεστική της Νέας Υόρκης) να διορίζονται μόνο Ιρλανδοί μέσω των εθνοτικών δικτύων. Με αποτέλεσμα να υπάρχει εθνοτική αναπαραγωγή.
[3] Δεν τους προκαλούσε καθόλου ενθουσιασμό η «αστική αναγέννηση» της Βοστώνης κατά μήκος του ποταμού, όπως και στους κάτοικους της εργατικής τάξης του Όκλαντ, απεικονίζει η Lillian Rubin στη μελέτη της το 1976 για τα οικογενειακά πρότυπα, αγανάκτησαν με την μεγάλη δημοσιότητα της ανάπτυξης νέων «τρόπων ζωής» στο Μπέρκλεϋ και στο Σαν Φρανσίσκο. Οι εργαζόμενοι του Όκλαντ ασχολούνταν με το Μπέρκλεϋ και το Σαν Φρανσίσκο τόσο που «θα μπορούσε κάλλιστα να βρίσκεται και σε άλλον πλανήτη», σύμφωνα με τη Rubin.
[4] Αυτοί οι φόβοι δεν είναι καθόλου φανταστικοί ή υπερβολικοί. Ένα άρθρο του 1970 στο περιοδικό του Ιατρικού Συλλόγου της Καλιφόρνια εξέφραζε ικανοποίηση για την αυξανόμενη αποδοχή των αμβλώσεων ως «πρότυπο του τι πρόκειται να συμβεί», προάγγελος μιας «νέας ηθικής» που θα αντικαταστήσει την ποιότητα της ζωής, εννοώντας στην πραγματικότητα την ιερότητα της ζωής. Το άρθρο προέβλεπε ότι «τα προβλήματα του ελέγχου των γεννήσεων και της επιλογής των γεννήσεων [θα] επεκταθούν αναπόφευκτα στην επιλογή του θανάτου και του ελέγχου του θανάτου» και θα οδηγήσουν στην παραδοχή της ανάγκης για «δημόσιες και επαγγελματικές αποφάσεις τού πότε και πότε όχι θα χρησιμοποιούνται σπάνιοι πόροι.»

Απόσπασμα απο το Δεύτερο Κεφάλαιο: Η ιδέα της προόδου υπό επανεξέταση


Η ιδέα της προόδου υπό επανεξέταση[1]

Μετάφραση: Παναγιώτης Καρλαγάνης

Μια κοσμική θρησκεία;

Η ιδέα της προόδου, σύμφωνα με μια ευρέως αποδεκτή ερμηνεία, αντιπροσωπεύει μια εκκοσμικευμένη εκδοχή της χριστιανικής πίστης στην Θεία Πρόνοια. Στον αρχαίο κόσμο, όπως μας λένε, πίστευαν σε μια κυκλική αντίληψη της ιστορίας ενώ ο Χριστιανισμός προσδιόρισε μια σαφώς καθορισμένη πορεία, από την πτώση του ανθρώπου μέχρι την τελική λύτρωση του. «Δεν είναι τυχαίο» έγραψε ο Carl Becker το 1921, «ότι η πίστη στην πρόοδο και η ανησυχία για τις "επόμενες γενιές" αυξάνονται όσο η πίστη στη Θεία Πρόνοια και η ανησυχία για τη μελλοντική ζωή φθίνουν. Η πρότερη πιστή — ψευδαίσθηση εάν προτιμάτε — είναι η αποζημίωση του ανθρώπου για την απώλεια της δεύτερης». 

Χάρη στο χριστιανικό του υπόβαθρο, ο δυτικός κόσμος ήταν εύκολο να φανταστεί την ιστορία ως μια "διαδικασία που γενικά κινείται προς τα εμπρός με μια σειρά από μεγαλειώδη στάδια", όπως εξήγησε ο Ernest Lee Tuveson. Για τους ιστορικούς του εικοστού αιώνα, που ήταν επιφυλακτικοί σχετικά με την αξία της θρησκείας σε οποιαδήποτε μορφή της, η κατανόηση της χριστιανικής προέλευσης της προοδευτικής ιδεολογίας αποκαλύπτει τη «ριζική ασυνέπεια» στον πυρήνα της, σύμφωνα με τα λόγια του Becker, την αστήρικτη υπόθεση του «αμετάκλητου» της ιστορίας. Σχεδόν όλοι τώρα συμφωνούν ότι η πρόοδος — στην ουτοπική της μορφή τουλάχιστον — είναι μια "δεισιδαιμονία" που έχει "σχεδόν φθαρεί" όπως ο Dean William Ralph Inge το έθεσε το 1920· τώρα μπορούμε να κατανοήσουμε τις θρησκευτικές της ρίζες σε μεγάλο βαθμό επειδή «η ιδέα έχει αρχίσει να χάνει την επιρροή στο νου της κοινωνίας», όπως ο Christopher Dawson επεσήμανε λίγα χρόνια αργότερα· και η ελπίδα για κάποια τελική κατάσταση επίγειας τελειότητας, με λίγα λόγια, αποτελεί "την πιο νεκρή ιδέα από όλες" όπως ο Λιούις Μάμφορντ έγραψε το 1932 — "κεντρική  έννοια που διαλύθηκε ολοσχερώς από την εμπειρία των γεγονότων του εικοστού αιώνα". 

Οι ουτοπικές οπτικές του μέλλοντος απαξιώθηκαν οριστικά εξαιτίας της συσχέτισης τους με τα ολοκληρωτικά κινήματα που ήρθαν στην εξουσία τη δεκαετία του τριάντα. H προσδοκία για τη Χιλιετή Βασιλεία του Θεού στη Γη, που είχε ρίζες στη χριστιανική παράδοση, φαίνεται να είχε εφοδιάσει τη σύγχρονη βαρβαρότητα με ένα μεγάλο μέρος της πνευματικής ενέργειάς της. "Κάποιος πιο προσεκτικός συγκρίνει τα ξεσπάσματα του μαχητικού κοινωνικού χιλιασμού κατά τον ύστερο Μεσαίωνα με τα σύγχρονα ολοκληρωτικά κινήματα", έγραψε ο Νόρμαν Κον, "το πλέον αξιοσημείωτο είναι οι ομοιότητες που εμφανίζονται". Οι φασίστες και οι κομμουνιστές αντικατέστησαν τις υπερφυσικές εξηγήσεις της ιστορίας με τις κοσμικές εξηγήσεις, αλλά προσκολλήθηκαν στην αποκαλυψιακή φαντασία ότι μια τελική, αποφασιστική μάχη θα εδραίωνε την απόλυτη δικαιοσύνη και την τέλεια ευδαιμονία. "Αυτό που κάποτε απαιτούνταν από ' το θέλημα του Θεού' τώρα αξιώνεται από το 'σκοπό της ιστορίας' ".

Η πίστη στην πρόοδο ως το αντίδοτο στην απελπισία.

Η κατάρρευση της ουτοπίας κατέστησε σαφές ότι η πίστη στη πρόοδο θα μπορούσε να διασωθεί — και οι ίδιες καταστροφές που απαξίωσαν τις ουτοπικές ελπίδες φάνηκαν να καθιστούν ακόμα σημαντικότερο να σωθεί κάποια μορφή ελπίδας —  μόνο αποκηρύσσοντας τη χροιά της τελειομανίας.[2] "Ο κόσμος σήμερα πιστεύει στη πρόοδο", δήλωσε κατηγορηματικά ο Sidney Pollard το 1986, επειδή "η μόνη δυνατή εναλλακτική έναντι της πίστης στη πρόοδο θα ήταν η απόλυτη απόγνωση". Η πίστη στην πρόοδο δεν μπορούσε πλέον να στηρίζετε στο όραμα της τελειότητας του ανθρώπου. Αλλά μια πιο μετριοπαθή αντίληψη της προόδου δεν ήταν μόνο δυνατή μα και απαραίτητη για την "επιβίωση" της ανθρώπινης κοινωνίας, όπως ο E. H. Carr το έθεσε το 1963. Δεδομένου ότι «μια τέτοια αντίληψη» από μόνη της μπορούσε «να πείσει τη σημερινή γενιά να κάνει θυσίες για τις μελλοντικές γενιές,» ο Carr πρότεινε ένα απόλυτα εκκοσμικευμένο δόγμα περί "απεριόριστης προόδου". Χωρίς να αξιώνεται το τέλος της ιστορίας, ο ίδιος υποστήριξε, άνδρες και γυναίκες θα μπορούσαν να προσβλέπουν σε βελτιώσεις «που δεν υπόκεινται κανένα όριο.. που μπορούμε να φαντασθούμε, πετυχαίνονται στόχους οι οποίοι μπορούν να ορισθούν μόνο αν τους πλησιάσουμε. Μόνο οι διανοούμενοι αμφισβήτησαν την πραγματικότητα της προόδου. Η κατάσταση των μαζών έχει αναμφισβήτητα βελτιωθεί. Η «απλή συσσώρευση των πόρων», χωρίς αμφιβολία , δεν ήταν αρκετή για να δικαιολογήσει την πίστη στην πρόοδο αν δεν έφερε "αυξημένη τεχνική και κοινωνική γνώση,...αυξημένη κυριαρχία του ανθρώπου στο περιβάλλον". Αλλά η πρόοδος υπό αυτήν την ευρύτερη έννοια, επιμένει ο Carr, δεν θα μπορούσε ακόμα να αποκλειστεί. 

Οι παρατηρήσεις του αποτελούν παράδειγμα της κυρίαρχης άποψης επί του θέματος. Αν "η πίστη στην πρόοδο που έχει επιδείξει μια αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα κατά τον εικοστό αιώνα στην Αμερική" όπως σημείωσε ο Clarke Chambers το 1958 συμβαίνει γιατί φιλελεύθεροι και σοσιαλιστές την έχουν αποκόψει από τη "γη της επαγγελίας των φιλοσόφων του 18ου αιώνα" και τη συνέδεσαν με τους σκοπούς της δημοκρατίας και της αφθονίας, κάνοντας την ρεαλιστικότερη. Κανείς πια δεν ισχυρίζεται ότι η πρόοδος είναι αναπόφευκτη ή ότι η κατάληξη θα είναι κάποια κατάσταση οριστικής τελειότητας. Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η ηθική βελτίωση δεν καταφέρνει συνήθως να συμβαδίσει με την υλική καλυτέρευση. Όμως, η γενική αύξηση του βιοτικού επιπέδου είναι προφανώς επιθυμητή από μόνη της. Το «προσδόκιμο ζωής διαρκώς επεκτείνεται», έγραψε ο Charles Frankel πριν από καιρό, ο αναλφαβητισμός «σταδιακά εξαλείφεται», η εργασία έγινε  λιγότερο κοπιαστική, ο ελεύθερος χρόνος αυξήθηκε και οι «βασικές συνθήκες της ανθρώπινης διαβίωσης », με λίγα λόγια, «άλλαξαν προς το καλύτερο» και «άλλαξαν πιο ριζικά τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια από ό,τι σε ολάκερη τη διάρκεια της ιστορίας πριν από αυτή την εποχή». [3] Το γεγονός της τεχνολογικής προόδου δεν μπορεί να αμφισβητηθεί με απλό τρόπο, σύμφωνα με τον Barrington Moore, και "συνοδεύεται από αλλαγές στην κοινωνική δομή" που παρέχουν τα "προαπαιτούμενα για την ελευθερία". Οι υλικές ανέσεις δεν εγγυώνται μια καλή ζωή, αλλά μια καλή ζωή είναι αδύνατη χωρίς αυτές. Η καλυτέρευση με υλικούς όρους, επιπροσθέτως, μπορεί να θεωρηθεί ως απόδειξη της άρνησης να γίνουν ανεκτές συνθήκες που θεωρούνταν στο παρελθόν δεδομένες — φτώχεια, πείνα, επιδημίες, ανισότητα, φυλετική μισαλλοδοξία. "Παρά την δυσκολία εξισορρόπησης κερδών και απωλειών", ισχυρίστηκε ο Morris Ginsberg το 1953, τα ανθρωπιστικά συναισθήματα "κερδίζουν δύναμη... Σε καμία προηγούμενη εποχή δεν έγιναν τόσα πολλά για την ανακούφιση του πόνου και την κατάργηση της φτώχειας, των ασθενειών και της αμάθειας σε όλα τα μέρη της γης." Ο A. J. Ayer επίσης βλέπει το «μέσο άνθρωπο» σαν «πιο ανθρωπιστή, πιο ειρηνικό και με μεγαλύτερο ενδιαφέρον σχετικά με την κοινωνική δικαιοσύνη συγκριτικά με το πως ήταν πριν από έναν αιώνα."

Η πρόοδος είναι η «λειτουργική πίστη του πολιτισμού μας», έγραψε ο Christopher Dawson το 1929. Οι μεταγενέστεροι συγγραφείς συμφωνούν. «Καμία ιδέα δεν είναι σημαντικότερη στο δυτικό πολιτισμό,» ο Robert Nisbet υποστηρίζει. "... Αυτή η ιδέα έχει κάνει περισσότερο καλό κατά τη περίοδο των τελευταίων 250 ετών... και έχει δώσει περισσότερη δύναμη στην ανθρώπινη ελπίδα... από ό,τι οποιαδήποτε άλλη ιδέα στην ιστορία της Δύσης". [4] Ο J. Η Plumb συμπλέει με τον Nisbet στην υπεράσπιση της ιδέας της προόδου ως "μεγάλη ανθρώπινη αλήθεια". Ο Warren Wagar καταφέρεται εναντίων "των νεο-Αυγουστινικών θεολόγων, των σκοταδιστών και όλων των θεοσεβούμενων και μυστικιστών" που αμφισβητούν την ικανότητα της ανθρωπότητας να κυριαρχήσει. Ο A. J. P. Taylor, μαζί με τον Wagar και τον Carr, απορρίπτει την πολιτισμική απαισιοδοξία ως μια ιδιορρυθμία των απογοητευμένων διανοουμένων. H συζήτηση σχετικά με την παρακμή του πολιτισμού, λέει ο Taylor, σημαίνει μόνο ότι "οι καθηγητές πανεπιστημίου που συνήθιζαν να έχουν υπηρετικό προσωπικό, τώρα πρέπει να κάνουν τη λάτζα μονοί τους".


[1] Από το «Ο Μόνος και Αληθινός Παράδεισος: Η πρόοδος και οι επικριτές της» σελ. 40 - 44
[2] Στην σημαντικό βιβλίο του "Ιδεολογία και ουτοπία", που δημοσιεύθηκε το 1937, ο Καρλ Μάνχαϊμ έδωσε φωνή σε μια ανησυχία που συμμερίζονταν και πολλοί άλλοι. Θα μπορούσε η κατάρρευση της ψευδαίσθησης για την ουτοπία να στερήσει από τους άνδρες και τις γυναίκες το κίνητρο να κάνουν σχέδια για το μέλλον; Έχοντας αποδώσει την ιδέα της προόδου, με τον συνήθη τρόπο, στη χιλιαστική παράδοση του Χριστιανισμού η οποία ενθάρρυνε τους κληρονόμους να οραματιστούν την «ολοκλήρωση του παρελθόντος στο μέλλον», ο Μάνχαϊμ ανίχνευσε την ανάπτυξη μιας "σκεπτικιστικής", "πεζής" και "κοινής" νοοτροπίας που υπονόμευε την ιδέα της ιστορικής ολοκλήρωσης και έτσι επέφερε " μια γενική καθίζηση στην ορμητικότητα της ουτοπίας". Σε αντίθεση με εκείνους που χαιρέτισαν αυτή την εξέλιξη, ο Μάνχαϊμ αναρωτήθηκε αν ο σύγχρονος κόσμος θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα χωρίς πίστη σε μια μελλοντική ουτοπία. "Μια αφαίρεση του χιλιαστικού στοιχείου από την μέση κουλτούρα και πολιτική ... θα αφαιρούσε από τον κόσμο το νόημα της ζωής". Θα οδηγούσε στην "αποσύνθεση της ανθρώπινης θέλησης". Χωρίς «ιδανικά», ο άνθρωπος θα εξελιχτεί σε ένα "πλάσμα έρμαιο των παρορμήσεων". Η ουτοπία παρέμενε μια πολιτισμική και ψυχολογική αναγκαιότητα, ακόμα και αν πλέον φαίνονταν να μην έχει οποιαδήποτε στέρεα βάση στην πραγματικότητα.

Οι πιο πρόσφατοι υπερασπιστές της ιδέας της προόδου τείνουν να απορρίψουν την υπόθεση του Μάνχαϊμ ότι οι προσδοκίες για τη Χιλιετή Βασιλεία του Θεού στη Γη είναι τα μόνα θεμέλια στα οποία μπορεί να βασιστεί η πίστη στην πρόοδο. Όπως ελπίζω να αναδείξω, η ιστορία της προοδευτικής ιδεολογίας παρέχει σημαντική υποστήριξη στη θέση τους. Το αν η πίστη στην πρόοδο παρέχει τη μόνη πιθανή πηγή «ιδανικών» και ελπίδας, είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Μια κεντρική υπόθεση του επιχειρήματός μου είναι ότι όχι.
[3] «Το όραμα πίσω από τον φιλελευθερισμό», σημείωσε ο Frankel, «είναι το όραμα ενός κόσμου που σταδιακά απελευθερώνεται με την ανθρώπινη δύναμη από τα συνηθισμένα δεινά του: την φτώχεια, τις ασθένειες, την αμάθεια… Για να διατηρηθεί η φιλελεύθερη αντίληψη της ιστορίας [πάντα] χρειάζεται και η πιστή στην «πρόοδο»
[4] Ο Nisbet θεωρεί ανησυχητικό το γεγονός ότι η σημερινή εποχή χαρακτηρίζεται μια "σχεδόν άγονη πίστη στη πρόοδο", εμμονική με "τα όρια της ανάπτυξης" και τα «όρια της επιστημονικής έρευνας". Στην πραγματικότητα, όμως, εκείνοι που μιλούν για όρια στην ανάπτυξη και την επιστημονική έρευνα παραμένουν μια μικρή μειοψηφία. Ακόμη και ο Barry Commoner, ίσως ο πιο σημαντικός περιβαλλοντολόγος στις Ηνωμένες Πολιτείες, απορρίπτει την ιδέα ότι η οικολογία εξαρτάται από τον "περιορισμό της οικονομικής ανάπτυξης". Η προσέγγιση σχετικά με τα "όρια της ανάπτυξης", ισχυρίζεται ο Commoner, στηρίζεται στην "εσφαλμένη αντίληψη" ότι η γη είναι ένα "κλειστό σύστημα, απομονωμένο από εξωτερικές πηγές υποστήριξης και στηρίζεται αναγκαστικά μόνο στους δικούς της περιορισμένους πόρους".

Απόσπασμα από το άρθρο: Ακαδημαϊκός Ψευδο-ριζοσπαστισμός: Η "ανατροπή" ως παρωδία.



Ακαδημαϊκός Ψευδο-ριζοσπαστισμός: Η "ανατροπή" ως παρωδία.[1]

Μετάφραση: Παναγιώτης Καρλαγάνης

Ένας από τους σημαντικότερους λόγους της δεξιόστροφης μετατόπισης της κοινής γνώμης είναι ο διάχυτος φόβος ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα παραπαίει. Άνθρωποι όπως ο William Bennet, ο Allan Bloom και ο Lynne Cheney εισακούγονται επειδή αναφέρονται στην εκπαιδευτική κρίση και κάνουν εύστοχες παρατηρήσεις σχετικά με αυτή. Από την άλλη πλευρά οι άνθρωποι που προέρχονται από την αριστερά, με λίγες εξαιρέσεις, αρνούνται να πάρουν στα σοβαρά το θέμα. Θεωρούν κατά τη γνώμη τους ότι δεν υφίσταται κρίση. Το μόνο πρόβλημα που εντοπίζουν στο εκπαιδευτικό σύστημα είναι ότι εξακολουθεί να αντιστέκεται στα ρεύματα της πολιτισμικής αλλαγής. Οι αλλαγές που λαμβάνουν χώρα -συνήθως συνοψίζονται ως μια τάση προς τον πολιτιστικό «πλουραλισμό»- θα έχουν ευεργετικά αποτελέσματα, αν τους επιτραπεί να συνεχιστούν. Θα εισαχθούν νέες φωνές και νέες απόψεις σε ένα σύστημα που εδώ και πάρα πολύ καιρό κυριαρχείται από την οπτική των λεύκων ανδρών. Θα διορθώσουν τον προκαθορισμένο από τους ειδήμονες κανόνα της σπουδαιότητας ενός έργου ή και θα καταστρέψουν την ελιτιστική έννοια του κανόνα εκ θεμελίων. O πολιτιστικός πλουραλισμός θα διαλύσει τον υπερβολικό σεβασμό προς την υψηλή τέχνη και την ποιοτική κουλτούρα που η μοναδική τους "προσφορά" είναι ο αποκλεισμός των καταπιεσμένων μειονοτήτων. Θα βοηθήσει να καθιερωθεί η κριτική ως τρόπος σκέψης, καθιστώντας σαφές ότι τίποτα δεν είναι ιερό και τίποτα δεν απαλλάσσεται από την κριτική.

Αυτοί οι στόχοι, που μπορεί να είναι επιθυμητοί ή και να μην είναι, δεν απαντούν στα ζητήματα που προβληματίζουν τους επικριτές του εκπαιδευτικού συστήματος. Η συζήτηση για τον πλουραλισμό και την πολυμορφία δεν έχει αντίκρισμα, όταν οι νέοι δεν μπορούν να μάθουν πώς να διαβάζουν ή να γράφουν· όταν αποφοιτούν από το λύκειο ή ακόμα και από το κολέγιο με τίποτα παραπάνω από μια επιφανειακή πνευματική καλλιέργεια· όταν οι γενικές τους γνώσεις γίνονται όλο και πιο ανεπαρκείς· όταν δεν μπορούν να αναγνωρίσουν αναφορές στον Σαίξπηρ ή στους κλασικούς ή στη Βίβλο ή στην ιστορία της χώρας τους· όταν οι βαθμολογίες στο SAT[2] έχουν καθοδική τάση· όταν η αμερικανική κατασκευαστική ποιότητα και παραγωγικότητα δεν είναι πλέον παγκοσμίως αξιοζήλευτες· και όταν η ανώτερη εκπαίδευση αποτελεί τον κύριο λόγο οικονομικής επιτυχίας χωρών όπως η Ιαπωνία και η Δυτική Γερμάνια. Αυτές είναι εξελίξεις που προβληματίζουν τους απλούς ανθρώπους και οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση για την εκπαίδευση πρέπει να αναφέρεται σε αυτές.

Θα πρέπει επίσης να αναφέρεται στην διάσταση της ηθικής κατάπτωσης, την πεποίθηση ότι τα παιδιά μας μεγαλώνουν χωρίς τις κατάλληλες αξίες. Οι επικριτές του ηθικού σχετικισμού και του «κοσμικού ανθρωπισμού» μπορεί να απλοποιούν το πρόβλημα, αλλά οι ανησυχίες τους δεν θα πρέπει να απορρίπτονται ασυζητητί. Πολλοί νέοι άνθρωποι είναι ηθικά αποπροσανατολισμένοι. Ασφυκτιούν με τις ηθικές απαιτήσεις της κοινωνίας όπως οι παραβιάσεις στην προσωπική τους ελευθερία. Πιστεύουν ότι στα δικαιώματά τους ως άτομα περιλαμβάνεται και το δικαίωμα να δημιουργήσουν τις δικές τους αξίες. Αλλά αδυνατούν να εξηγήσουν τι σημαίνει αυτό, εκτός από το δικαίωμα να κάνουν ό, τι θέλουν. Δεν μπορούν να συλλάβουν την ιδέα ότι οι αξίες συνδέονται με κάποια ηθικής υφής υποχρέωση. Επιμένουν ότι δεν οφείλουν τίποτα στην κοινωνία, γεγονός που αποσπά την προσοχή τους κυριαρχώντας των προσπαθειών τους να σκεφτούν για κοινωνικά και ηθικά ζητήματα. Εάν συμμορφώνονται με τις προσδοκίες της κοινωνίας, αυτό συμβαίνει μόνο στο βαθμό που η συμμόρφωση τους δημιουργεί τα λιγότερα προβλήματα συγκριτικά με την αντίσταση.

Οι συζητήσεις γύρω από την εκπαίδευση μοιάζουν με αυτές για ένα άλλο θέμα που συνδέεται στενά, την οικογένεια. Η δεξιά μιλά για διάλυση και κρίση, η αριστερά για τον πλουραλισμό και την ποικιλομορφία. Η δεξιά δεν προσφέρει μια πειστική εξήγηση του προβλήματος, πόσο μάλλον μια πειστική λύση, αλλά τουλάχιστον αναγνωρίζει τα προβλήματα που υπάρχουν - τη συχνότητα των διαζυγίων, την αύξηση των νοικοκυριών με επικεφαλείς γυναίκες, την αστάθεια των προσωπικών σχέσεων, τα καταστρεπτικά αποτελέσματα αυτής της αστάθειας στα παιδιά. Για την αριστερά, αυτά τα δεδομένα είναι υγιή σημάδια αλλαγής, ενός κινήματος μακριά από την κυριαρχούμενη από τους άνδρες πυρηνική οικογένεια προς μια πλουραλιστική οικογενειακή δομή στην οποία οι άνθρωποι θα είναι σε θέση να επιλέξουν από ένα ευρύ φάσμα μορφών συμβίωσης. Κάθε μορφή συμβίωσης που είναι κοινωνικά προκαθορισμένη θα πρέπει να απορρίπτεται από τους προοδευτικούς ανθρώπους ως απαράδεκτη, το ίδιο και από την κοινή αντίληψη ή τις συνήθης πρακτικές. Η μετάβαση από την ομοιομορφία στον πλουραλισμό υποστηρίζουν ότι μπορεί να προκαλέσει σύγχυση αλλά αυτό είναι ένα μικρό τίμημα μπροστά στην ελευθερία της επιλογής.

Για αυτούς που αντιλαμβάνονται ότι τα πράγματα δεν είναι ρόδινα, τα επιχειρήματα αυτά απλώς συγκαλύπτουν την κατάρρευση της οικογένειας καθώς εξελίσσεται. Κατά την άποψή τους, την ίδια αντίρρηση προβάλουν και εκείνοι που υπερασπίζονται τις πρόσφατες τάσεις στις ανθρωπιστικές επιστήμες με την αιτιολογία ότι «αυτά ακριβώς τα πράγματα αποτελούν ελλείψεις των ανθρωπιστικών επιστημών δείχνοντας την αναγκαιότητα των εν εξελίξει μετασχηματισμών.»


[1] Απόσπασμα από το Academic Pseudo-Radicalism: The Charade of "Subversion" που δημοσιεύτηκε στο Salmagundi, No. 88/89, 25th Anniversary Issue (Fall 1990-Winter 1991), pp. 25-36
[2] ΣτΜ: Το SAT (Scholastic Aptitude Test) είναι μια τυποποιημένη διαδικασία ικανοτήτων που αποτελεί προϋπόθεση για την είσοδο στα Πανεπιστήμια της Βόρειας Αμερικής.